abandons

[US]/əˈbændɒnz/
[UK]/əˈbændən/
Frequency: Very High

Translation

v. να εγκαταλείψει κανείς ή να παύσει να υποστηρίζει κάτι ή κάποιον· να αφήσει κάποιον ή κάτι πίσω· να βυθιστεί κανείς σε κατάσταση φθοράς ή απελπισίας.

Phrases & Collocations

abandons hope

αφήνει πίσω του την ελπίδα

abandons ship

εγκαταλείπει το πλοίο

abandons post

εγκαταλείπει τη θέση του

abandons plans

εγκαταλείπει τα σχέδια

abandons all pretense

εγκαταλείπει κάθε προσποίηση

abandons the project

εγκαταλείπει το έργο

abandons his principles

εγκαταλείπει τις αρχές του

abandons the cause

εγκαταλείπει την αιτία

abandons her friends

εγκαταλείπει τους φίλους της

abandons the battlefield

εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης

Example Sentences

the team abandons its original plan.

η ομάδα εγκαταλείπει το αρχικό της σχέδιο.

she abandons her dreams of becoming a singer.

εκείνη εγκαταλείπει τα όνειρά της να γίνει τραγουδίστρια.

he abandons his post without permission.

αυτός εγκαταλείπει τη θέση του χωρίς άδεια.

the soldier abandons his weapon.

ο στρατιώτης εγκαταλείπει το όπλο του.

they abandon the car in the middle of nowhere.

εκείνοι εγκαταλείπουν το αυτοκίνητο στην μέση του πουθενά.

the project is abandoned due to lack of funding.

το έργο εγκαταλείπεται λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.

he abandons all hope of reconciliation.

αυτός εγκαταλείπει κάθε ελπίδα συμφιλίωσης.

the company abandons its old practices.

η εταιρεία εγκαταλείπει τις παλιές της πρακτικές.

she abandons her pet dog.

εκείνη εγκαταλείπει το κατοικίδιο σκυλί της.

they abandon their search for a new home.

εκείνοι εγκαταλείπουν την αναζήτησή τους για ένα νέο σπίτι.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now