abjured

[US]/əˈbɜːdʒd/
[UK]/əˈbɜːrdʒd/
Frequency: Very High

Translation

v να απορρίπτει επίσημα και δημόσια μια πεποίθηση, αιτία ή ισχυρισμό; να αποφεύγει ή να μένει μακριά από κάτι

Phrases & Collocations

abjured violence

αποστάθμισε τη βία

abjured the past

αποστάθμισε το παρελθόν

Example Sentences

he abjured all forms of violence.

αποστάτησε από όλες τις μορφές βίας.

the politician abjured his previous statements.

ο πολιτικός αποστάτησε από τις προηγούμενες του δηλώσεις.

she abjured her right to remain silent.

αποστάτησε από το δικαίωμά της να παραμείνει σιγή.

he abjured the path of evil.

αποστάτησε από το δρόμο του παράνομου.

they abjured their allegiance to the king.

αποστάτησαν από την πίστη τους στον βασιλιά.

the criminal abjured his guilt in court.

ο κατηγορούμενος αποστάτησε από την ενοχή του στο δικαστήριο.

he abjured the pleasures of the world.

αποστάτησε από τα χαρίσματα του κόσμου.

she abjured her claim to the throne.

αποστάτησε από το δικαίωμά της στο θρόνο.

the monk abjured all worldly possessions.

ο μοναχός αποστάτησε από όλα τα υλικά αγαθά.

he abjured his former beliefs.

αποστάτησε από τις προηγούμενες του πεποιθήσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now