abridged

[ΗΠΑ]/ə'brɪdʒd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. συντομευμένος, συμπυκνωμένος
Word Forms
Past Tenseabridged
Past Participleabridged

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

abridged version

συντομογραφημένη έκδοση

abridged edition

συντομογραφημένη έκδοση

Παραδείγματα Προτάσεων

The play was abridged for TV.

Η παράσταση συντομεύτηκε για την τηλεόραση.

the cassettes have been abridged from the original stories.

Οι κασέτες έχουν συντομευτεί από τις αρχικές ιστορίες.

The rights of citizens must not be abridged without proper cause.

Τα δικαιώματα των πολιτών δεν πρέπει να περιορίζονται χωρίς εύλογο λόγο.

48. Reader: (1) An abridged term for "proofreader" who checks proofs for accuracy. (2) Device which can "read" from magnetic media or, in the case of OCR, from typescript.

48. Αναγνώστης: (1) Συντομογραφία για «διορθωτή αποδείξεων» που ελέγχει τις αποδείξεις για ακρίβεια. (2) Συσκευή που μπορεί να «διαβάζει» από μαγνητικά μέσα ή, στην περίπτωση της OCR, από τυπογραφικά.

an abridged version of the novel

μια συντομευμένη έκδοση του μυθιστορήματος

an abridged list of rules

μια συντομευμένη λίστα κανόνων

an abridged version of the play

μια συντομευμένη έκδοση της παράστασης

an abridged course syllabus

ένα συντομευμένο πρόγραμμα μαθημάτων

an abridged history of the country

μια συντομευμένη ιστορία της χώρας

an abridged audio book

ένα συντομευμένο ηχητικό βιβλίο

an abridged version of the speech

μια συντομευμένη έκδοση του λόγου

an abridged timeline of events

μια συντομευμένη χρονολογική σειρά γεγονότων

an abridged version of the document

μια συντομευμένη έκδοση του εγγράφου

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα