absences

[ΗΠΑ]/ˈæbsənsɪz/
[ΗΒ]/ˈæbˌsɛnsɪz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Ο αριθμός ή η ποσότητα των φορών που κάποιος απουσιάζει από ένα μέρος ή μια εκδήλωση· Η κατάσταση της απουσίας ή της μη παρουσίας· Μια έλλειψη ή ανεπάρκεια κάτι.

Παραδείγματα Προτάσεων

the absences of key players hurt the team's performance.

Οι απουσίες βασικών παικτών επηρέασαν αρνητικά την απόδοση της ομάδας.

her frequent absences were a cause for concern.

Οι συχνές απουσίες της ήταν ανησυχητικές.

the doctor noted the patient's absences from previous appointments.

Ο γιατρός σημείωσε τις απουσίες του ασθενούς από προηγούμενα ραντεβού.

absences due to illness are excused.

Οι απουσίες λόγω ασθένειας είναι δικαιολογημένες.

the company's policy on absences is strict.

Η πολιτική της εταιρείας σχετικά με τις απουσίες είναι αυστηρή.

there were many unexplained absences from the meeting.

Υπήρχαν πολλές ανεξήγητες απουσίες από τη συνάντηση.

he tried to minimize his absences during the busy season.

Προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει τις απουσίες του κατά τη διάρκεια της πολυάσχολης περιόδου.

the teacher made a note of all the student's absences.

Ο καθηγητής σημείωσε όλες τις απουσίες του μαθητή.

their absences from class were affecting their grades.

Οι απουσίες τους από το μάθημα επηρέαζαν τους βαθμούς τους.

the project suffered due to the frequent absences of its lead developer.

Το έργο υπέφερε λόγω των συχνών απουσιών του επικεφαλής προγραμματιστή.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα