absent

[ΗΠΑ]/ˈæbsənt/
[ΗΒ]/ˈæbsənt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. απουσίασης· ανύπατος· αφηρημένος
vt. να προκαλέσει απουσία
Word Forms
Present Participleabsenting
Past Tenseabsented
Past Participleabsented
Third Person Singularabsents

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

absent from

απουσία από

absent minded

απόσπατος

absent from work

απουσία από την εργασία

Παραδείγματα Προτάσεων

absent friends; absent parents.

απουσιοί φίλοι· απουσιοί γονείς

He is absent on business.

Είναι απουσία λόγω εργασίας.

she was absent through sickness.

Απουσίασε λόγω ασθένειας.

Snow is absent in some countries.

Το χιόνι απουσιάζει σε ορισμένες χώρες.

I was absent once or twice.

Απουσίασα μια ή δύο φορές.

You are really absent - minded.

Είσαι πραγματικά αφηρημένος.

Some professors are absent-minded.

Μερικοί καθηγητές είναι αφηρημένοι.

the president was absent due to ill health.

Ο πρόεδρος απουσίαζε λόγω κακής υγείας.

Some few of the students are absent today.

Μερικοί μαθητές απουσιάζουν σήμερα.

He was absent under the plea of illness.

Απουσίαζε με την δικαιολογία της ασθένειας.

She was absent because of a recent bereavement.

Απουσίασε λόγω πρόσφατης θλίψης.

Many students were absent, notably the monitor.

Πολλοί μαθητές απουσίασαν, ιδιαίτερα ο/η παρατηρητής/τρια.

most pupils were absent from school at least once.

Οι περισσότεροι μαθητές απουσίασαν από το σχολείο τουλάχιστον μία φορά.

wings are absent in several species of crane flies.

Τα φτερά απουσιάζουν σε διάφορα είδη τρωκτικών μυγών.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα