absentees

[ΗΠΑ]/ˈæbsənt.iːz/
[ΗΒ]/abˈsɛn.tiz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Άτομα που απουσιάζουν, ειδικά από μια συνάντηση ή εκδήλωση· Αυτοί που δεν παρακολουθούν την εργασία τακτικά· Άτομα που ζουν μακριά από το σπίτι ή τον συνηθισμένο τόπο διαμονής τους.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

absentees' reasons

λόγοι απουσιών

number of absentees

αριθμός απουσιών

count the absentees

μετρήστε τους απουσιάσαντες

record of absentees

καταγραφή των απουσιών

absentees excused

απουσιάσαντες με άδεια

list of absentees

λίστα απουσιών

absentee rate

ποσοστό απουσιών

reasons for absentees

λόγοι για τις απουσίες

manage absentees

διαχείριση απουσιών

meeting of absentees

συνάντηση απουσιών

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα