abstained

[ΗΠΑ]/əbˈsteɪnd /
[ΗΒ]/ əbˈsteɪnd /
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v να αποφύγει κάποιος τη ψήφο ή τη συμμετοχή σε μια απόφαση; να αποστερείται κάποιος από κάτι; να αντιστέκεται στην πειρασμό

Παραδείγματα Προτάσεων

the candidate abstained from making any promises.

ο υποψήφιος αποφάσισε να μην κάνει κανένα υπόσχεση.

he abstained from voting on the controversial bill.

αποφάσισε να μη ψηφίσει για την πολιτικά αμφισβητούμενη πρόταση.

the judge abstained from giving an opinion on the case.

ο δικηγόρος αποφάσισε να μην δώσει γνώμη για την υπόθεση.

she abstained from eating the spicy food.

αποφάσισε να μην φάει το πικάντικο τρόφιμο.

the committee abstained from taking a position on the issue.

το συμβούλιο αποφάσισε να μην πάρει θέση στο θέμα.

he abstained from participating in the debate.

αποφάσισε να μη συμμετέχει στη συζήτηση.

the senator abstained from voting on the amendment.

ο βουλευτής αποφάσισε να μην ψηφίσει για την τροποποίηση.

they abstained from answering the question directly.

αποφάσισαν να μην απαντήσουν απευθείας στην ερώτηση.

he abstained from making any further comments.

αποφάσισε να μην κάνει οποιαδήποτε άλλη σχόλια.

the jury abstained from reaching a verdict.

το δικαστικό συμβούλιο αποφάσισε να μην καταλήξει σε απόφαση.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα