abutting

[US]/əˈbʌtɪŋ/
[UK]/əˈbʌtɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

adj. Γειτονικό; επαφή στην άκρη ή την περιοχή.
v. Να είναι γειτονικό ή να έρχεται σε επαφή με κάτι.

Example Sentences

the new building abuts the old one.

το νέο κτίριο προσκείται στο παλιό.

their houses abutted on a quiet lane.

τα σπίτια τους προσκείνταν σε ένα ήσυχο δρόμο.

the park abuts the riverbank.

το πάρκο προσκείται στην παραλία του ποταμού.

the road abuts a steep hillside.

η οδός προσκείται σε ένα χαρακτηριστικό πλευρό του βουνού.

the garden abuts the forest.

το κήπος προσκείται στο δάσος.

the city walls abutted the ocean.

τα τείχη της πόλης προσκείνταν στη θάλασσα.

their property abuts a nature reserve.

η ιδιοκτησία τους προσκείται σε ένα φυσικό καταφύγιο.

the building abuts the main street.

το κτίριο προσκείται στην κύρια οδό.

our land abuts theirs on the west side.

η γη μας προσκείται στην αυτή τους στη δυτική πλευρά.

the house abuts a busy intersection.

το σπίτι προσκείται σε μια πολύ συνωστισμένη διασταύρωση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now