acclaimed success
επιτυχία που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed author
συγγραφέας που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed performance
παράσταση που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed restaurant
εστιατόριο που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed film
ταινία που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed critic
κριτικός που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed musician
μουσικός που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
the film was acclaimed by critics and audiences alike.
Η ταινία έλαβε διθυραμβικές κριτικές από τους κριτικούς και το κοινό.
her performance was widely acclaimed for its emotional depth.
Η ερμηνεία της έλαβε ευρεία αναγνώριση για το συναισθηματικό της βάθος.
the restaurant has been acclaimed for its innovative cuisine.
Το εστιατόριο έχει επαινεθεί για την καινοτόμο κουζίνα του.
he was acclaimed as a hero after saving the child from the burning building.
Έγινε ευρέως γνωστός ως ήρωας μετά τη διάσωση του παιδιού από το κα burning building.
the book received critical acclaim upon its release.
Το βιβλίο έλαβε διθυραμβικές κριτικές με την κυκλοφορία του.
her work has been acclaimed internationally.
Η δουλειά της έχει επαινεθεί διεθνώς.
the artist's latest exhibition was met with acclaim.
Η τελευταία έκθεση του καλλιτέχνη έγινε δεκτή με ενθουσιασμό.
he is an acclaimed author of several best-selling novels.
Είναι ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας αρκετών μυθιστορημάτων που έγιναν best sellers.
the company's new product line has been met with acclaim.
Η νέα σειρά προϊόντων της εταιρείας έχει γίνει δεκτή με ενθουσιασμό.
their performance was acclaimed for its technical brilliance.
Η παράστασή τους έλαβε αναγνώριση για την τεχνική της λάμψη.
acclaimed success
επιτυχία που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed author
συγγραφέας που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed performance
παράσταση που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed restaurant
εστιατόριο που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed film
ταινία που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed critic
κριτικός που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
acclaimed musician
μουσικός που έχει τύχει ευρείας αποδοχής
the film was acclaimed by critics and audiences alike.
Η ταινία έλαβε διθυραμβικές κριτικές από τους κριτικούς και το κοινό.
her performance was widely acclaimed for its emotional depth.
Η ερμηνεία της έλαβε ευρεία αναγνώριση για το συναισθηματικό της βάθος.
the restaurant has been acclaimed for its innovative cuisine.
Το εστιατόριο έχει επαινεθεί για την καινοτόμο κουζίνα του.
he was acclaimed as a hero after saving the child from the burning building.
Έγινε ευρέως γνωστός ως ήρωας μετά τη διάσωση του παιδιού από το κα burning building.
the book received critical acclaim upon its release.
Το βιβλίο έλαβε διθυραμβικές κριτικές με την κυκλοφορία του.
her work has been acclaimed internationally.
Η δουλειά της έχει επαινεθεί διεθνώς.
the artist's latest exhibition was met with acclaim.
Η τελευταία έκθεση του καλλιτέχνη έγινε δεκτή με ενθουσιασμό.
he is an acclaimed author of several best-selling novels.
Είναι ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας αρκετών μυθιστορημάτων που έγιναν best sellers.
the company's new product line has been met with acclaim.
Η νέα σειρά προϊόντων της εταιρείας έχει γίνει δεκτή με ενθουσιασμό.
their performance was acclaimed for its technical brilliance.
Η παράστασή τους έλαβε αναγνώριση για την τεχνική της λάμψη.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα