accumulations

[US]/əˈkʌmjəˌleɪʃənz/
[UK]/əˈkʌm.jəˌleɪʃən/
Frequency: Very High

Translation

n. Η πράξη ή η διαδικασία της συσσώρευσης κάτι με την πάροδο του χρόνου· η πράξη της συσσώρευσης ή της συγκέντρωσης πραγμάτων με την πάροδο του χρόνου· μια μεγάλη ποσότητα κάτι που έχει συγκεντρωθεί ή συλλεχθεί· η πράξη της συσσώρευσης ή η κατάσταση της συσσώρευσης· μια μεγάλη ποσότητα που έχει συλλεχθεί με την πάροδο του χρόνου· κεφαλαιακά κέρδη από κέρδη και τόκους.

Phrases & Collocations

accumulations of wealth

συσσώρευση πλούτου

years of accumulations

χρόνια συσσωρεύσεων

scientific accumulations

επιστημονικές συσσωρεύσεις

knowledge accumulations

συσσωρεύσεις γνώσης

financial accumulations

οικονομικές συσσωρεύσεις

historical accumulations

ιστορικές συσσωρεύσεις

technological accumulations

τεχνολογικές συσσωρεύσεις

social accumulations

κοινωνικές συσσωρεύσεις

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now