accursed

[ΗΠΑ]/ə'kɜːsɪd/
[ΗΒ]/ə'kɝsɪd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. κατακλιμένος, απεχθής

Παραδείγματα Προτάσεων

the accursed high and mighty elite.

η κατακεκραμμένη υψηλή και δυνατή ελίτ.

the Angel of Death walks this accursed house.

το Άγγελος του Θανάτου περπατά σε αυτό το κατακεκραμμένο σπίτι.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα