achieves

[ΗΠΑ]/əˈtʃiːvz/
[ΗΒ]/əˈtʃivz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να πετύχει κανείς να κάνει κάτι· να επιτύχει έναν στόχο.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

achieves success

επιτυγχάνει επιτυχία

achieves goals

επιτυγχάνει στόχους

achieves recognition

επιτυγχάνει αναγνώριση

achieves excellence

επιτυγχάνει αριστεία

achieves a breakthrough

επιτυγχάνει μια σημαντική εξέλιξη

achieves his/her objectives

επιτυγχάνει τους στόχους του/της

achieves financial stability

επιτυγχάνει οικονομική σταθερότητα

achieves personal growth

επιτυγχάνει προσωπική ανάπτυξη

achieves a balance

επιτυγχάνει μια ισορροπία

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα