acquired

[ΗΠΑ]/ə'kwaiəd/
[ΗΒ]/əˈkwaɪrd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. αποκτημένος μέσω προσπάθειας ή εμπειρίας· με την ανάπτυξη μιας συνήθειας
v. αποκτημένος· καταληφθείς
Word Forms
Past Participleacquired
Past Tenseacquired

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

acquired company

απόκτηση εταιρείας

acquired taste

απόκτητη γεύση

acquired skill

απόκτητη δεξιότητα

acquired immunodeficiency syndrome

απόκτηση σύνδρομου ανοσολογικής ανεπάρκειας

acquired immunity

απόκτητη ανοσία

acquired resistance

απόκτητη αντίσταση

Παραδείγματα Προτάσεων

I've acquired a taste for whisky.

Έχω αποκτήσει μια προτίμηση για το ουίσκι.

pumpkin pie is an acquired taste.

Η τάρτα κολοκύθας είναι μια γεύση που αποκτά κανείς.

a painting acquired by bequest.

Ένας πίνακας που αποκτήθηκε με κληρονομιά.

Whisky is an acquired taste.

Το ουίσκι είναι μια γεύση που αποκτά κανείς.

Acquired immunity, adaptable cytoprotection and RNA interference are organism acquired defense functions.

Η επίκτητη ανοσία, η προσαρμόσιμη κυτταρική προστασία και η παρεμβολή RNA είναι λειτουργίες άμυνας που αποκτά ο οργανισμός.

they wanted to spend their newly acquired brass.

Ήθελαν να ξοδέψουν τα μόλις αποκτηθέντα χάλκινα χρήματά τους.

he acquired an intimacy with Swahili literature.

Απέκτησε μια οικειότητα με τη λογοτεχνία των Σουαχίλι.

a curator accessioning newly acquired paintings.

Ένας επιμελητής που καταγράφει νέους πίνακες που αποκτήθηκαν.

a newly acquired hi-fi system.

Ένα σύστημα hi-fi που αποκτήθηκε πρόσφατα.

he had acquired quite a suntan.

Είχε αποκτήσει ένα αρκετά καλό μαύρισμα.

We must cherish experience acquired at the cost of blood.

Πρέπει να εκτιμήσουμε την εμπειρία που αποκτήθηκε με το κόστος του αίματος.

She acquired a knowledge of the English by careful study.

Απέκτησε γνώσεις για την αγγλική γλώσσα με προσεκτική μελέτη.

He acquired a property on present form.

Απέκτησε μια ιδιοκτησία στην τρέχουσα μορφή.

The picture was acquired by bequest in 1921.

Ο πίνακας αποκτήθηκε με κληρονομιά το 1921.

Decaffeinated coffee is an acquired taste.

Ο καφές χωρίς καφεΐνη είναι μια γεύση που αποκτά κανείς.

He has acquired a reputation for dishonesty.

Έχει αποκτήσει φήμη για ανέντιμο.

The diving school has acquired a franchise for scuba equipment.

Η σχολή καταδύσεων έχει αποκτήσει δικαίωμα προνομίου για εξοπλισμό καταδύσεων.

I acquired lasting respect for tradition and veneration for the past.

Απέκτησα διαρκή σεβασμό για την παράδοση και ευλάβεια για το παρελθόν.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα