acquittals

[ΗΠΑ]/əˈkwit(ə)lz/
[ΗΒ]/əˈkwɪtlz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. η πράξη να εντοπιστεί αθώος σε ένα δικαστικό όργανο; η νομική απόφαση ότι κάποιος δεν είναι ένοχος για ένα αδίκημα; η επιτυχία ενός υποχρέωσης ή καθήκοντος; η εκπλήρωση των υποχρεώσεων ή καθηκόντων ενός ατόμου; (παραδοσιακό) η αποπληρωμή μιας υποχρέωσης ή υποχρέωσης.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα