adeptness

[ΗΠΑ]/ˈædɛptnəs/
[ΗΒ]/ˈædɛptnəs/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Η ιδιότητα του να είναι κανείς πολύ ταλαντούχος ή άριστος σε κάτι.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

demonstrate adeptness at

δημόσια επιδεικνύει ικανότητα

skill and adeptness

ικανότητα και επιδεξιότητα

exceptional adeptness in

εξαιρετική ικανότητα σε

Παραδείγματα Προτάσεων

she showed great adeptness in handling difficult clients.

Έδειξε μεγάλη ικανότητα στην αντιμετώπιση δύσκολων πελατών.

his adeptness at playing the piano was evident from a young age.

Η ικανότητά του να παίζει πιάνο ήταν εμφανής από μικρή ηλικία.

years of practice honed her adeptness in writing code.

Χρόνια εξάσκησης βελτίωσαν την ικανότητά της να γράφει κώδικα.

the team's adeptness at problem-solving was crucial to their success.

Η ικανότητα της ομάδας στην επίλυση προβλημάτων ήταν καθοριστική για την επιτυχία τους.

a natural adeptness for languages made her a successful translator.

Μια φυσική ικανότητα για τις γλώσσες την έκανε μια επιτυχημένη μεταφράστρια.

his adeptness in negotiation led to a favorable outcome.

Η ικανότητά του στις διαπραγματεύσεις οδήγησε σε ένα ευνοϊκό αποτέλεσμα.

she displayed an adeptness for learning new things quickly.

Έδειξε ικανότητα να μαθαίνει νέα πράγματα γρήγορα.

the artist's adeptness with color was truly remarkable.

Η ικανότητα του καλλιτέχνη με το χρώμα ήταν πραγματικά αξιοσημείωτη.

he lacked the adeptness to handle such a complex situation.

Δεν είχε την ικανότητα να χειριστεί μια τόσο περίπλοκη κατάσταση.

her adeptness in public speaking helped her win over the audience.

Η ικανότητά της να μιλάει δημόσια τη βοήθησε να κερδίσει το κοινό.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα