adjournment

[ΗΠΑ]/ə'dʒɜːnm(ə)nt/
[ΗΒ]/ə'dʒɝnmənt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. καθυστέρηση μιας συνεδρίας ή συναντήσεως, διακοπή ή αναστολή μιας συνεδρίας, διάλειμμα κατά το οποίο μια δραστηριότητα ή διαδικασία αναστέλλεται ή διακόπτεται προσωρινά.
Word Forms

Παραδείγματα Προτάσεων

The solicitor moved for an adjournment of the case.

Ο δικηγόρος ζήτησε αναβολή της υπόθεσης.

The adjournment of the case lasted for two weeks.

Η αναβολή της υπόθεσης διήρκεσε δύο εβδομάδες.

The judge granted an adjournment to the defense team.

Ο δικηγόρος παρεχόντας μια αναβολή στην ομάδα επιβεβαίωσης.

The adjournment of the court case was unexpected.

Η αναβολή της δικαστικής υπόθεσης ήταν απρόσμενη.

The adjournment allowed the parties to gather more evidence.

Η αναβολή επέτρεψε στις πλευρές να συγκεντρώσουν περισσότερες αποδείξεις.

The adjournment was necessary due to technical difficulties.

Η αναβολή ήταν απαραίτητη λόγω τεχνικών δυσκολιών.

The adjournment of the game disappointed the fans.

Η αναβολή του παιχνιδιού έκανε τους θεατές να απογοητευτούν.

The adjournment was announced at the last minute.

Η αναβολή ανακοινώθηκε τελευταία στιγμή.

The adjournment was a relief for the tired participants.

Η αναβολή ήταν ένας αναπολιτισμός για τους κούραστους συμμετέχοντες.

The adjournment will allow for further negotiations.

Η αναβολή θα επιτρέψει περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

The adjournment was due to a lack of quorum.

Η αναβολή ήταν λόγω έλλειψης του απαραίτητου αριθμού.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα