adjudicated upon
αποφασισμένο για
adjudicated winner
νικητής που αποφασίστηκε
adjudicate a dispute
να αποφασίσει μια διένεξη
adjudicated claim
αποφασισμένη αιτηση
adjudicated matter
αποφασισμένο θέμα
legal dispute adjudicated
νομική διένεξη που αποφασίστηκε
the court adjudicated in favor of the plaintiff.
το δικαστικό όργανο αποφάνθηκε υπέρ του αιτούντος.
the dispute was adjudicated fairly and impartially.
η διένεξη αποφανθήκηκε δίκαια και ανεπιτρέπτως.
the claim was adjudicated after a lengthy trial.
η αίτηση αποφανθήκηκε μετά από μακρά δικαστική διαδικασία.
the arbitrator adjudicated the contract dispute.
ο αρβιτρέας αποφάνθηκε για τη διένεξη του συμβολαίου.
the case was adjudicated based on evidence and legal precedent.
το περιστατικό αποφανθήκηκε βάσει στοιχείων και νομικής προηγούμενης.
the judge adjudicated the matter quickly and efficiently.
ο δικηγόρος αποφάνθηκε γρήγορα και αποτελεσματικά για το θέμα.
the issue was adjudicated in a closed-door meeting.
το θέμα αποφανθήκηκε σε κλειστή συνεδρία.
the adjudicated amount was significantly lower than the plaintiff's request.
το αποφασισμένο ποσό ήταν σημαντικά χαμηλότερο από την αίτηση του αιτούντος.
the company's actions were adjudicated as illegal and unethical.
τα πράγματα της εταιρείας αποφανθήκηκαν παράνομα και ανεθικά.
the court adjudicated the matter based on international law.
το δικαστικό όργανο αποφάνθηκε για το θέμα βάσει διεθνούς δικαίου.
adjudicated upon
αποφασισμένο για
adjudicated winner
νικητής που αποφασίστηκε
adjudicate a dispute
να αποφασίσει μια διένεξη
adjudicated claim
αποφασισμένη αιτηση
adjudicated matter
αποφασισμένο θέμα
legal dispute adjudicated
νομική διένεξη που αποφασίστηκε
the court adjudicated in favor of the plaintiff.
το δικαστικό όργανο αποφάνθηκε υπέρ του αιτούντος.
the dispute was adjudicated fairly and impartially.
η διένεξη αποφανθήκηκε δίκαια και ανεπιτρέπτως.
the claim was adjudicated after a lengthy trial.
η αίτηση αποφανθήκηκε μετά από μακρά δικαστική διαδικασία.
the arbitrator adjudicated the contract dispute.
ο αρβιτρέας αποφάνθηκε για τη διένεξη του συμβολαίου.
the case was adjudicated based on evidence and legal precedent.
το περιστατικό αποφανθήκηκε βάσει στοιχείων και νομικής προηγούμενης.
the judge adjudicated the matter quickly and efficiently.
ο δικηγόρος αποφάνθηκε γρήγορα και αποτελεσματικά για το θέμα.
the issue was adjudicated in a closed-door meeting.
το θέμα αποφανθήκηκε σε κλειστή συνεδρία.
the adjudicated amount was significantly lower than the plaintiff's request.
το αποφασισμένο ποσό ήταν σημαντικά χαμηλότερο από την αίτηση του αιτούντος.
the company's actions were adjudicated as illegal and unethical.
τα πράγματα της εταιρείας αποφανθήκηκαν παράνομα και ανεθικά.
the court adjudicated the matter based on international law.
το δικαστικό όργανο αποφάνθηκε για το θέμα βάσει διεθνούς δικαίου.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now