advances

[ΗΠΑ]/[əˈdvɑːns]/
[ΗΒ]/[ædˈvɑːns]/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Κάτι που γίνεται για να προωθηθεί μια κατάσταση ή να επιτευχθεί ένας στόχος.; Μια αύξηση στον μισθό ή την ιεραρχία.; Ένα ποσό χρημάτων που δανείζεται για μελλοντική αποπληρωμή.
v. Να προχωρήσει κανείς ή να κάνει πρόοδο.; Να αυξηθεί κανείς στην ιεραρχία ή τον μισθό.; Να παρέχει κανείς με μια προκαταβολή χρημάτων.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

advances in technology

ε advances in technology

making advances

ε making advances

further advances

ε further advances

significant advances

ε significant advances

medical advances

ε medical advances

rapid advances

ε rapid advances

advances planning

ε advances planning

advances research

ε advances research

advances secured

ε advances secured

advances reported

ε advances reported

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα