aggravation

[ΗΠΑ]/ˌægrə'veɪʃn/
[ΗΒ]/ˌægrə'veʃən/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. επιδείνωση, επιδραστικότητα, ερεθισμός.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

Intense aggravation

Έντονη ένταση

Constant aggravation

Συνεχής ένταση

Chronic aggravation

Χρόνια ένταση

Aggravation of symptoms

Επιδείνωση των συμπτωμάτων

Aggravation of situation

Επιδείνωση της κατάστασης

Παραδείγματα Προτάσεων

aggravation of the situation

επιδείνωση της κατάστασης

With the aggravation of water eutrophication in the world, cyanophycean bloom and its toxin harm aggravated day by day.

Με την επιδείνωση της ευτροφίας των υδάτων στον κόσμο, η ανθοειδής άνθηση των κυανοβακτηρίων και οι τοξικές επιπτώσεις της επιδεινώνονταν μέρα με τη μέρα.

constant aggravation can lead to stress

η συνεχής επιδείνωση μπορεί να οδηγήσει σε στρες

family disagreements can cause aggravation

οι οικογενειακές διαφωνίες μπορούν να προκαλέσουν επιδείνωση

workplace aggravation can affect productivity

η επιδείνωση στον χώρο εργασίας μπορεί να επηρεάσει την παραγωγικότητα

traffic jams can be a source of aggravation

οι κυκλοφοριακές αψάδες μπορεί να είναι πηγή επιδείνωσης

financial problems often lead to aggravation

τα οικονομικά προβλήματα συχνά οδηγούν σε επιδείνωση

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα