alarming

[ΗΠΑ]/ə'lɑːmɪŋ/
[ΗΒ]/ə'lɑrmɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. που προκαλεί φόβο ή αναστάτωση
Word Forms
Present Participlealarming

Παραδείγματα Προτάσεων

a problem of alarming dimensions.

ένα πρόβλημα ανησυχητικών διαστάσεων

was agitated by the alarming news.

ανησυχούσε για τα ανησυχητικά νέα

her mind was occupied with alarming questions.

το μυαλό της καταλαμβανόταν από ανησυχητικές ερωτήσεις

the signs are that counterfeiting is growing at an alarming rate.

τα σημάδια είναι ότι η παραποίηση αυξάνεται με ανησυχητική ταχύτητα

pop trends are assimilated into the mainstream with alarming speed.

οι τάσεις της ποπ κουλτούρας ενσωματώνονται στην κυρίαρχη κουλτούρα με ανησυχητική ταχύτητα

I am deeply perturbed by the alarming way the situation developing.

Ανησυχώ βαθιά για τον ανησυχητικό τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η κατάσταση.

Both drinking and smoking among young people are increasing to an alarming extent.

Τόσο η κατανάλωση αλκοόλ όσο και το κάπνισμα μεταξύ των νέων αυξάνονται σε ανησυχητικό βαθμό.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα