alliess

[ΗΠΑ]/ˈælɪz/
[ΗΒ]/ˈælaɪz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Έθνη που συνεργάζονται μεταξύ τους, ειδικά σε θέματα πολέμου ή πολιτικής.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

allies with

συνεργάζεται με

close allies

στενοί σύμμαχοι

make allies with

κάνει συμμαχίες με

allies of democracy

σύμμαχοι της δημοκρατίας

break with allies

σπάει τις σχέσεις με τους συμμάχους

ancient allies

αρχαίοι σύμμαχοι

trusted allies

έμπιστοι σύμμαχοι

Παραδείγματα Προτάσεων

our allies provided crucial support during the conflict.

Οι σύμμαχοί μας παρείχαν πολύτιμη υποστήριξη κατά τη διάρκεια της σύρροιας.

allies often share common goals and values.

Οι σύμμαχοι συχνά μοιράζονται κοινούς στόχους και αξίες.

she reached out to her allies for advice and support.

Απευθύνθηκε στους συμμάχους της για συμβουλές και υποστήριξη.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα