aloft

[ΗΠΑ]/əˈlɒft/
[ΗΒ]/əˈlɔːft/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adv. ψηλά· στον αέρα
prep. πάνω από
adj. σε μεγάλη υψομ.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

sail aloft

πλέει ψηλά

float aloft

σταθερός ψηλά

drifting aloft

ρέει ψηλά

hover aloft

αιώρηση ψηλά

soaring aloft

αψηφά ψηλά

Παραδείγματα Προτάσεων

combat aircraft aloft and aground.

πολεμικά αεροσκάφη στον αέρα και στο έδαφος.

birds perching aloft telephone wires.

πουλιά που κάθονται ψηλά σε καλώδια τηλεφώνου.

The sailor climbed aloft to look for land.

Ο ναυτικός σκαρφάλωσε ψηλά για να ψάξει για στεριά.

the apex of his career was when he hoisted aloft the World Cup.

Το αποκορύφωμα της καριέρας του ήταν όταν σήκωσε ψηλά το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα