altruistically donate
δωρεάν δωρίζουμε
altruistically help others
βοηθούμε άλλους δωρεάν
act altruistically
δραστηριοποιούμαστε δωρεάν
motivated altruistically
προσωπικά κινητικός
altruistically volunteer
προσφέρουμε δωρεάν
he donated his time altruistically to help the homeless.
έδωσε αλτρουιστικά τον χρόνο του για να βοηθήσει τους ανάπηρους.
she volunteered her skills altruistically at the local soup kitchen.
προσέφερε αλτρουιστικά τις δεξιότητες της στο τοπικό φαρμακείο σούπας.
altruistically, she gave up her own seat on the bus to an elderly woman.
αλτρουιστικά, έχασε τη δική της θέση στο λεωφορείο για μια γυναίκα ηλικιωμένη.
he worked altruistically for years without expecting any recognition.
εργάστηκε αλτρουιστικά για χρόνια χωρίς να περιμένει οποιαδήποτε αναγνώριση.
altruistically donate
δωρεάν δωρίζουμε
altruistically help others
βοηθούμε άλλους δωρεάν
act altruistically
δραστηριοποιούμαστε δωρεάν
motivated altruistically
προσωπικά κινητικός
altruistically volunteer
προσφέρουμε δωρεάν
he donated his time altruistically to help the homeless.
έδωσε αλτρουιστικά τον χρόνο του για να βοηθήσει τους ανάπηρους.
she volunteered her skills altruistically at the local soup kitchen.
προσέφερε αλτρουιστικά τις δεξιότητες της στο τοπικό φαρμακείο σούπας.
altruistically, she gave up her own seat on the bus to an elderly woman.
αλτρουιστικά, έχασε τη δική της θέση στο λεωφορείο για μια γυναίκα ηλικιωμένη.
he worked altruistically for years without expecting any recognition.
εργάστηκε αλτρουιστικά για χρόνια χωρίς να περιμένει οποιαδήποτε αναγνώριση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now