ameliorants

[US]/əˈmɛlɪərənts/
[UK]/əˌmɛliˈərənts/

Translation

n. Ουσίες ή μέτρα που βελτιώνουν ή ενισχύουν κάτι.

Example Sentences

the researchers are investigating new ameliorants for soil fertility.

οι ερευνητές εξετάζουν νέους αποκαταστατικούς παράγοντες για τη γεωργική απόδοση του εδάφους.

farmers use various ameliorants to improve crop yield.

οι γεωργοί χρησιμοποιούν διάφορους αποκαταστατικούς παράγοντες για να βελτιώσουν την απόδοση των καλλιεργειών.

chemical ameliorants can sometimes have unintended consequences for the environment.

τα χημικά αποκαταστατικά μπορεί να έχουν ακατάλληλες συνέπειες για το περιβάλλον.

organic ameliorants are becoming increasingly popular as they are more sustainable.

τα οργανικά αποκαταστατικά γίνονται όλο και πιο δημοφιλή καθώς είναι πιο βιώσιμα.

the use of ameliorants can help to reduce the need for chemical fertilizers.

η χρήση αποκαταστατικών μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της ανάγκης για χημικά λιπασμάτων.

scientists are constantly developing new and improved ameliorants.

οι επιστήμονες αναπτύσσουν συνεχώς νέους και βελτιωμένους αποκαταστατικούς παράγοντες.

ameliorants play a crucial role in sustainable agriculture.

τα αποκαταστατικά παίζουν σημαντικό ρόλο στη βιώσιμη γεωργία.

the effectiveness of ameliorants depends on various factors, such as soil type and climate.

η αποτελεσματικότητα των αποκαταστατικών εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως το είδος του εδάφους και το κλίμα.

ameliorants can help to improve the structure and drainage of soil.

τα αποκαταστατικά μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της δομής και της διαρροής του εδάφους.

the addition of ameliorants can enhance the nutrient content of soil.

η προσθήκη αποκαταστατικών μπορεί να αυξήσει το περιεχόμενο θρεπτικών ουσιών του εδάφους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now