anchors

[US]/ˈæŋkərz/
[UK]/ˈæŋkər z/
Frequency: Very High

Translation

n. Αντικείμενα που παρέχουν αίσθηση ασφάλειας, ή άτομα που το κάνουν.
v. Να βάλει αμπαριά; να παρουσιάζει (ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα κλπ.); να συνδέει (κάτι) ασφαλώς.

Phrases & Collocations

anchor a story

να στερεώσει μια ιστορία

drop anchor

ρίχνω άγκιστρο

anchors to reality

στερεώσεις στην πραγματικότητα

anchor points

σημεία στερεώσεως

anchor text

κειμενο αναρτησης

anchors of stability

στερεώσεις της σταθερότητας

anchor bias

παραμόρφωση στερεώσεως

historical anchors

ιστορικές στερεώσεις

Example Sentences

the ship used anchors to stay in place.

το πλοίο χρησιμοποιούσε αγκυρές για να παραμείνει στη θέση του.

she anchored her boat at the pier.

εκείνη αγκύρευσε το πλοίο της στο προσκέφαλο.

the anchors held firm in the storm.

οι αγκύρες έχρισαν σταθερά κατά το βραχυπρόθεσμο.

they dropped anchor and waited for the tide to change.

έριξαν αγκύρα και περίμεναν να αλλάξει η παλίρροια.

the ship's anchors weighed several tons.

οι αγκύρες του πλοίου ζύγιζαν αρκετά τόνους.

he used anchors to secure the tent in the wind.

χρησιμοποιούσε αγκύρες για να στερεώσει το σκηπτροφόρο στον αέρα.

the anchors were rusty and needed replacing.

οι αγκύρες ήταν περισσότερο και χρειάζονταν αντικατάσταση.

he used the anchors to hold down the tarp.

χρησιμοποιούσε τις αγκύρες για να κρατήσει το πλαστικό καλύμμα στο παρασκήνιο.

the crew raised the anchor and set sail.

η πληρωμή ανέβασε την αγκύρα και ξεκίνησε το ταξίδι.

the anchors were visible from the shore.

οι αγκύρες ήταν ορατές από την ακτή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now