annuls

[ΗΠΑ]/ˈænjuːlz/
[ΗΒ]/ˈænjʊlz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να ανακηρύξει κάτι ανέγκυρο ή να το ακυρώσει; να κάνει κάτι να εξαφανιστεί ή να σταματήσει να υπάρχει

Παραδείγματα Προτάσεων

the court annuls the marriage contract.

το δικαστικό όργανο ακυρώνει το γάμο.

the new law annuls previous regulations.

η νέα νομοθεσία ακυρώνει τις προηγούμενες ρυθμίσεις.

the company annuls the order due to a mistake.

η εταιρεία ακυρώνει την παραγγελία λόγω σφάλματος.

the decision was annulled by a higher court.

η απόφαση ακυρώθηκε από ένα ανώτερο δικαστικό όργανο.

he attempted to annul the will after his father’s death.

προσπάθησε να ακυρώσει τη διαθήκη μετά τον θάνατο του πατέρα του.

the treaty was annulled by both parties.

το συμβόλαιο ακυρώθηκε από τις δύο πλευρές.

she tried to annul the contract before signing it.

προσπάθησε να ακυρώσει τη σύμβαση πριν την υπογράψει.

the judge announced that the marriage was annulled.

ο δικηγόρος ανακοίνωσε ότι το γάμο ακυρώθηκε.

the government annuls all previous laws on this matter.

το κρατικό όργανο ακυρώνει όλες τις προηγούμενες νομοθεσίες σχετικά με αυτό το θέμα.

any attempt to annul the agreement will be met with resistance.

κάθε προσπάθεια να ακυρωθεί η συμφωνία θα αντιμετωπιστεί με αντίσταση.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα