answerers

[ΗΠΑ]/ˈɑːnsərə(r)/
[ΗΒ]/ˈansərər/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Ατομικό που απαντά σε ερωτήσεις ή παρέχει πληροφορίες.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

designated answerer

καθορισμένος απαντητής

primary answerer

κύριος απαντητής

live answerer

ζωντανός απαντητής

phone answerer

απαντητής τηλεφώνου

multiple answerers

πολλαπλοί απαντητές

the correct answerer

ο σωστός απαντητής

anonymous answerer

ανώνυμος απαντητής

Παραδείγματα Προτάσεων

the answerer provided a detailed response to the question.

Ο απαντητής έδωσε μια λεπτομερή απάντηση στην ερώτηση.

he is an expert answerer in online forums.

Είναι ένας έμπειρος απαντητής σε διαδικτυακά φόρουμ.

the chatbot acted as an answerer to user queries.

Το chatbot λειτουργούσε ως απαντητής στις ερωτήσεις των χρηστών.

she was chosen as the answerer for the debate team.

Επιλέχθηκε ως απαντητής για την ομάδα συζήτησης.

the machine learning model aims to be a better answerer.

Το μοντέλο μηχανικής μάθησης στοχεύει να είναι ένας καλύτερος απαντητής.

being an effective answerer requires critical thinking.

Για να είσαι ένας αποτελεσματικός απαντητής απαιτείται κριτική σκέψη.

the answerer skillfully navigated the complex question.

Ο απαντητής χειρίστηκε με επιδεξιότητα την περίπλοκη ερώτηση.

the audience listened intently to the answerer's response.

Το κοινό άκουγε προσεκτικά την απάντηση του απαντητή.

an honest answerer is always appreciated.

Ένας ειλικρινής απαντητής εκτιμάται πάντα.

the answerer's knowledge was impressive.

Η γνώση του απαντητή ήταν εντυπωσιακή.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα