antiseptics

[US]/ˈæn.tɪ.sɛp.tɪks/
[UK]/ˌæn.t̬i.ˈsɛp.tɪks/
Frequency: Very High

Translation

n. ουσίες που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη μικροοργανισμών, συνήθως εφαρμόζονται σε ζωντανούς ιστούς για να αποφευχθεί η μόλυνση

Phrases & Collocations

antiseptics are essential

τα αντισηπτικά είναι απαραίτητα

availability of antiseptics

διαθεσιμότητα αντισηπτικών

applying antiseptics topically

εφαρμογή αντισηπτικών τοπικά

Example Sentences

hospitals use antiseptics to prevent infections.

τα νοσοκομεία χρησιμοποιούν αντισηπτικά για να προλάβουν τις λοιμώξεις.

surgeons always apply antiseptics before operating.

οι χειρουργοί εφαρμόζουν πάντα αντισηπτικά πριν από την επέμβαση.

antiseptics are essential for wound care.

τα αντισηπτικά είναι απαραίτητα για την περίθαλψη των τραυματισμών.

the doctor prescribed an antiseptic cream for the burn.

ο γιατρός συνταγογράφησε μια κρέμα αντισηπτικό για την καύση.

antiseptics kill bacteria on contact.

τα αντισηπτικά σκοτώνουν τους βακτηρίδες με επαφή.

alcohol is a common type of antiseptic.

το αλκοόλ είναι ένα συνήθης τύπος αντισηπτικού.

make sure to use antiseptics properly to avoid skin irritation.

βεβαιωθείτε ότι χρησιμοποιείτε αντισηπτικά σωστά για να αποφύγετε την ερεθισμένη δέρματος.

antiseptics are widely used in healthcare settings.

τα αντισηπτικά χρησιμοποιούνται ευρέως σε περιβάλλοντα υγειονομικής περίθαλψης.

the pharmacist explained the different types of antiseptics available.

ο φαρμακοποιός εξήγησε τους διαφορετικούς τύπους αντισηπτικών που είναι διαθέσιμοι.

antiseptic wipes are convenient for on-the-go cleaning.

τα αντισηπτικά πανιά είναι πολύ χρήσιμα για καθαρισμό σε κινητικό τρόπο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now