apathetically

[ΗΠΑ]/ˌæpəˈθɛtɪkəli/
[ΗΒ]/ˌæpəˈθɛtɪkəli/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adv. χωρίς αισθήματα ή ενδιαφέροντα; με κρύα και αδιάφορο τρόπο; χωρίς να εκφράζει συναισθήματα; με απάθεια

Παραδείγματα Προτάσεων

she watched the drama unfold apathetically.

της παρατήρησε την ανάπτυξη της δραματικής κατάστασης αδιάφορα.

he responded to her pleas apathetically.

απάντησε αδιάφορα στις παρακλήσεις της.

the audience reacted apathetically to the comedian's jokes.

η ακροατική ομάδα ανέκρινε αδιάφορα τις παραστάσεις του κωμικού.

his apathy was evident in his apathetically drawn face.

η αδιαφορία του ήταν φανερή στο πρόσωπό του, που είχε γραφτεί αδιάφορα.

the committee reviewed the proposals apathetically, showing no interest.

το συμβούλιο εξέτασε τις προτάσεις αδιάφορα, δείχνοντας καμία ενδιαφέροντα.

despite her efforts, his indifference was apathetically unwavering.

παρά τις προσπάθειές της, η αδιαφορία του ήταν αδιάφορα ανεξάρτητη.

he spoke about his dreams apathetically, as if they held no meaning.

μιλούσε για τα όνειρά του αδιάφορα, σαν να μην είχαν κανένα νόημα.

the students listened to the lecture apathetically, their minds elsewhere.

τα μαθητές ακούγαν την ομιλία αδιάφορα, με τα νούς τους αλλού.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα