apathy

[ΗΠΑ]/'æpəθɪ/
[ΗΒ]/'æpəθi/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. έλλειψη ενδιαφέροντος ή αδιαφορίας· απάθεια.
Word Forms
Pluralapathies

Παραδείγματα Προτάσεων

widespread apathy among students.

Ευρεία απάθεια μεταξύ των μαθητών.

the low road of apathy and alienation.

η χαμηλή οδός της απάθειας και του αλλοτρίωσης.

He was sunk in apathy after his failure.

Ήταν βυθισμένος στην απάθεια μετά την αποτυχία του.

We have been worried about her apathy since her husband died.

Ανησυχούμε για την απάθειά της από τότε που πέθανε ο σύζυγός της.

The apathy of the students towards the school assembly was evident.

Η απάθεια των μαθητών προς τη σχολική συγκέντρωση ήταν εμφανής.

Her apathy towards politics was clear from her lack of interest in voting.

Η απάθειά της προς την πολιτική ήταν εμφανής από την έλλειψη ενδιαφέροντος για την ψηφοφορία.

The company's apathy towards customer complaints led to a decline in sales.

Η απάθεια της εταιρείας προς τις καταγγελίες των πελατών οδήγησε σε μείωση των πωλήσεων.

His apathy towards his own health resulted in neglecting regular check-ups.

Η απάθειά του προς τη δική του υγεία είχε ως αποτέλεσμα την παράλειψη τακτικών εξετάσεων.

The apathy of the government towards environmental issues is concerning.

Η απάθεια της κυβέρνησης προς τα περιβαλλοντικά ζητήματα είναι ανησυχητική.

She showed apathy towards the team's success, which disappointed her colleagues.

Έδειξε απάθεια προς την επιτυχία της ομάδας, γεγονός που απογοήτευσε τους συναδέλφους της.

The apathy of the audience during the performance was disheartening for the actors.

Η απάθεια του κοινού κατά τη διάρκεια της παράστασης ήταν αποθαρρυντική για τους ηθοποιούς.

His apathy towards social issues made him seem indifferent to the struggles of others.

Η απάθειά του προς τα κοινωνικά ζητήματα τον έκανε να φαίνεται αδιάφορος για τις δυσκολίες των άλλων.

The apathy of the employees towards the new company policy was a cause for concern.

Η απάθεια των εργαζομένων προς την νέα πολιτική της εταιρείας ήταν λόγος ανησυχίας.

Their apathy towards volunteering for community service was disappointing.

Η απάθειά τους προς την εθελοντική εργασία για την κοινότητα ήταν απογοητευτική.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα