appended

[ΗΠΑ]/[əˈpɛndɪd]/
[ΗΒ]/[əˈpɛndɪd]/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να προσθέσεις κάτι στο τέλος κάτι άλλου· να προσαρτήσεις κάτι σε κάτι άλλο
adj. προσαρμοσμένος ή συνδεδεμένος

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

appended document

προσάρτημα έγγραφο

appended notes

προσάρτημα σημειώσεις

appended information

προσάρτημα πληροφορίες

appended section

προσάρτημα ενότητα

appended data

προσάρτημα δεδομένα

appended list

προσάρτημα λίστα

appended report

προσάρτημα έκθεση

appended material

προσάρτημα υλικό

appended clearly

προσάρτημα καθαρά

appended below

προσάρτημα παρακάτω

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα