apprehension

[ΗΠΑ]/æprɪ'henʃ(ə)n/
[ΗΒ]/ˌæprɪ'hɛnʃən/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ανησυχία, φροντίδα· κατανόηση, αντίληψη
Word Forms

Παραδείγματα Προτάσεων

apprehension about the future

ανησυχία για το μέλλον

apprehension in her voice

ανησυχία στη φωνή της

apprehension in the air

ανησυχία στην ατμόσφαιρα

apprehension turned to relief

η ανησυχία μετατράπηκε σε ανακούφιση

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα