approvingly

[ΗΠΑ]/əpˈru:vɪ ŋlɪ/
[ΗΒ]/əp'rʊvɪŋli/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adv. με έναν τρόπο που δείχνει υποδοχή ή έγκριση.

Παραδείγματα Προτάσεων

She nodded approvingly at the proposal.

Η γυναίκα κατανόησε εγκάρδια την πρόταση.

He smiled approvingly as he watched his son score a goal.

Έκανε ένα χαμόγελο εγκάρδια ενώ παρακολουθούσε τον γιο του να σκοράρει ένα γκολ.

The teacher looked at the students' work approvingly.

Ο δάσκαλος κοίταξε εγκάρδια την εργασία των μαθητών.

The manager nodded approvingly at the team's progress.

Ο διευθυντής κατανόησε εγκάρδια την προόδο της ομάδας.

She clapped approvingly after the performance.

Χειροκρατήσε εγκάρδια μετά την εμφάνιση.

The audience cheered approvingly at the end of the speech.

Ο κοινός χειροκράτησε εγκάρδια στο τέλος της ομιλίας.

He patted his dog approvingly for fetching the ball.

Πάτησε εγκάρδια το σκυλί του για να πάρει την μπάλα.

The committee members smiled approvingly at the new proposal.

Οι μέλη της επιτροπής χαμογέλασαν εγκάρδια για τη νέα πρόταση.

The judge nodded approvingly at the defendant's statement.

Ο δικηγόρος κατανόησε εγκάρδια τη δήλωση του κατηγορούμενου.

She looked approvingly at her friend's outfit.

Κοίταξε εγκάρδια το στολίδι της φιλίας της.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα