aramaic

[US]/ˈærəmaɪk/
[UK]/ərəˈmeɪɪk/
Frequency: Very High

Translation

n. Τη γλώσσα που ομιλούσαν οι αραμαίοι, ένας Σεμιτικός λαός που ζούσε στη Δυτική Ασία.
adj. Σχετικό με ή χαρακτηριστικό της αραμαϊκής γλώσσας ή του λαού.

Phrases & Collocations

aramaic language

γλώσσα του αραμαϊκού

ancient aramaic script

παλαιό αραμαϊκό γραφικό σύστημα

aramaic bible translation

μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα αραμαϊκά

studying aramaic dialects

μελέτη των διαλεκτών της αραμαϊκής

learn aramaic online

μάθε αραμαϊκά online

Example Sentences

aramaic is a semitic language.

το αραμαϊκό είναι μια σημιτική γλώσσα.

many ancient texts were written in aramaic.

πολλά αρχαία κείμενα γράφτηκαν σε αραμαϊκό.

aramaic was spoken in parts of the middle east.

το αραμαϊκό χρησιμοποιούνταν σε μέρη του μεσοποταμίου.

the bible contains passages in aramaic.

η Βίβλος περιέχει παραγράφους σε αραμαϊκό.

aramaic has influenced many modern languages.

το αραμαϊκό έχει επηρεάσει πολλές σύγχρονες γλώσσες.

learning aramaic can be quite challenging.

το να μαθαίνεις αραμαϊκό μπορεί να είναι αρκετά δύσκολο.

there are few speakers of aramaic today.

σήμερα υπάρχουν λίγοι ομιλητές αραμαϊκού.

aramaic is important for historical linguistics.

το αραμαϊκό είναι σημαντικό για την ιστορική γλωσσολογία.

some jewish prayers are recited in aramaic.

κάποιες εβραϊκές προσευχές διαβάζονται σε αραμαϊκό.

aramaic dialects vary across regions.

τα διάλεκτα του αραμαϊκού διαφέρουν ανά περιοχή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now