argues

[ΗΠΑ]/ˈɑːrɡjuːz/
[ΗΒ]/ˈɑːrɡjuːz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να συμμετέχει σε ένα ζεστό συνταγματικό διάλογο ή συζήτηση; να παρουσιάζει λόγους υπέρ μιας συγκεκριμένης άποψης; να πείθει κάποιον για κάτι.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

argues his point

επιχειρεί να υποστηρίξει το σημείο του

argues vehemently

επιχειρεί με ένταση

argues convincingly

επιχειρεί πειστικά

argues with passion

επιχειρεί με θυμό

continues to argue

συνεχίζει να επιχειρεί

refuses to argue

αρνείται να επιχειρήσει

Παραδείγματα Προτάσεων

the lawyer argues that the evidence is insufficient.

ο δικηγόρος υποστηρίζει ότι τα στοιχεία είναι ανεπαρκή.

she argues passionately for environmental protection.

υποστηρίζει έντονα την προστασία του περιβάλλοντος.

he argues that education should be free for everyone.

υποστηρίζει ότι η εκπαίδευση θα πρέπει να είναι δωρεάν για όλους.

the scientist argues against the traditional theory.

ο επιστήμονας υποστηρίζει την αντίθεση με την παραδοσιακή θεωρία.

the author argues his point effectively in the book.

ο συγγραφέας υποστηρίζει το επιχείρημά του αποτελεσματικά στο βιβλίο.

she often argues with her colleagues about policy changes.

συχνά υποστηρίζει τους συνάδελφους της για αλλαγές πολιτικής.

he argues that technology can improve our lives.

υποστηρίζει ότι η τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει τη ζωή μας.

the politician argues for more funding in education.

ο πολιτικός υποστηρίζει για περισσότερη χρηματοδότηση στην εκπαίδευση.

they argue over the best approach to solve the problem.

συζητούν για την καλύτερη προσέγγιση για να λύσουν το πρόβλημα.

she argues that art is essential for human culture.

υποστηρίζει ότι η τέχνη είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη πολιτισμό.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα