arithmetical

[ΗΠΑ]/ˌærɪθ'mɛtɪkl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. συνδεδεμένος με την αριθμητική ή που αφορά υπολογισμούς αριθμητικής.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

arithmetical operations

αριθμητικές πράξεις

arithmetical skills

αριθμητικές δεξιότητες

arithmetical average

αριθμητικό μέσο

Παραδείγματα Προτάσεων

The centric stripline’s circumvolve can form the arithmetical progression of the element phase.

Η περιστροφή της κεντρικής λωρίδας μπορεί να σχηματίσει την αριθμητική πρόοδο της φάσης του στοιχείου.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα