armaments

[ΗΠΑ]/ˈɑːrməmənts/
[ΗΒ]/ˈɑːr mə mɛnts/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Στρατιωτικός εξοπλισμός και όπλα, ιδιαίτερα αυτοί που ανήκουν σε ένα κράτος.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

conventional armaments

συμβατικά όπλα

nuclear armaments

πυρηνικά όπλα

reduce armaments

μείωση όπλων

modernize armaments

σύγχρονη αναβάθμιση όπλων

increase armaments

αύξηση όπλων

stockpile armaments

αποθήκευση όπλων

global armaments industry

παγκόσμια βιομηχανία όπλων

Παραδείγματα Προτάσεων

the country invested heavily in new armaments.

Το κράτος επένδυσε σημαντικά σε νέα όπλα.

international treaties aim to limit the proliferation of armaments.

Οι διεθνείς συμβάσεις στοχεύουν να περιορίσουν την πολλαπλασιαστική δύναμη των όπλων.

armaments are essential for national defense.

Τα όπλα είναι απαραίτητα για την εθνική άμυνα.

the arms race led to an increase in global armaments.

Η ανταγωνιστική αγορά όπλων οδήγησε σε αύξηση των όπλων σε παγκόσμιο επίπεδο.

many nations are reducing their armaments to promote peace.

Πολλές χώρες μειώνουν τα όπλα τους για να προωθήσουν την ειρήνη.

armaments technology has advanced significantly in recent years.

Η τεχνολογία των όπλων έχει προοδεύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

he studied the impact of armaments on warfare.

Εξετάστηκε η επίδραση των όπλων στην πολεμική.

the government announced new regulations on armaments sales.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέους κανονισμούς για τις πωλήσεις όπλων.

armaments exports can boost a country's economy.

Οι εξαγωγές όπλων μπορούν να ενισχύσουν την οικονομία μιας χώρας.

environmental concerns are rising over the disposal of old armaments.

Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες αυξάνονται για την απόρριψη των παλαιών όπλων.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα