armings

[US]/ˈɑːrmɪŋ/
[UK]/ˈɑːrmɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η πράξη της παροχής όπλων ή στρατιωτικού εξοπλισμού σε κάποιον ή κάτι· η κατάσταση του να είναι κανείς οπλισμένος
v. να παρέχει σε κάποιον ή κάτι όπλα ή στρατιωτικό εξοπλισμό

Phrases & Collocations

arming the public

οπλισμός του κοινού

arming the opposition

οπλισμός της αντιπολίτευσης

arming a missile

οπλισμός ενός πυραύλου

arming a weapon

οπλισμός ενός όπλου

arming and disarming

οπλισμός και απογύμνωση

arming the troops

οπλισμός των στρατευμάτων

Example Sentences

arming the soldiers took longer than expected.

Η εφοδιασμός των στρατιωτών πήρε περισσότερο χρόνο από το αναμενόμενο.

the country is arming itself for potential threats.

Η χώρα εφοδιάζεται για πιθανές απειλές.

they are arming the police with new technology.

Εφοδιάζουν την αστυνομία με νέα τεχνολογία.

arming the community with knowledge is essential.

Ο εφοδιασμός της κοινότητας με γνώσεις είναι απαραίτητος.

he is arming himself with the skills needed for the job.

Εφοδιάζεται με τις δεξιότητες που χρειάζονται για τη δουλειά.

arming civilians can lead to more violence.

Ο εφοδιασμός των αμάχων μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερη βία.

they are arming themselves against cyber threats.

Εφοδιάζονται ενάντια στις κυβερνοαπειλές.

arming the youth with education is vital for the future.

Ο εφοδιασμός των νέων με εκπαίδευση είναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον.

the government is arming its forces with better equipment.

Η κυβέρνηση εφοδιάζει τις δυνάμεις της με καλύτερο εξοπλισμό.

arming your mind with information can empower you.

Ο εφοδιασμός του μυαλού σας με πληροφορίες μπορεί να σας ενδυναμώσει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now