arrived

[ΗΠΑ]/əˈraɪvd/
[ΗΒ]/əˈraɪvd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. έχοντας φτάσει σε έναν προορισμό.
v. έφτασε σε έναν προορισμό; ήρθε σε ένα μέρος.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

arrived safely

φθάσαμε με ασφάλεια

arrived on time

φθάσαμε στην ώρα τους

have arrived already

έχουμε φθάσει ήδη

we arrived early

φτάσαμε νωρίς

they arrived yesterday

είχαν φθάσει χθες

he arrived unexpectedly

είχε φθάσει απρόσμενα

arrived by plane

φθάσαμε με αεροπλάνο

they finally arrived

φθάσανε επιτέλους

Παραδείγματα Προτάσεων

we have finally arrived at our destination.

Έφτασαμε τελικά στον προορισμό μας.

the package arrived yesterday.

Το δέμα έφτασε χθες.

she arrived just in time for the meeting.

Έφτασε ακριβώς εγκαίρως για τη συνάντηση.

they arrived early to get good seats.

Έφτασαν νωρίς για να πάρουν καλές θέσεις.

he arrived at a conclusion after much thought.

Έφτασε σε ένα συμπέρασμα μετά από πολλή σκέψη.

we arrived at the airport two hours before the flight.

Φτάσαμε στο αεροδρόμιο δύο ώρες πριν από την πτήση.

the guests arrived late due to traffic.

Οι καλεσμένοι άργησαν να φτάσουν λόγω της κίνησης.

when they arrived, the party was already in full swing.

Όταν έφτασαν, το πάρτι είχε ήδη ξεκινήσει.

after a long journey, we finally arrived home.

Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι, φτάσαμε τελικά στο σπίτι.

the news arrived as a shock to everyone.

Η είδηση έφτασε ως σοκ για όλους.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα