asepsis

[US]/ˈeɪsɪpis/
[UK]/əˈsɛpsɪs/
Frequency: Very High

Translation

n. Ελευθερία από παθογόνους μικροοργανισμούς; αστεριλότητα. Ένα σύστημα ή μέθοδος διαδικασιών που σκοπό έχει να προλαμβάνει την εισαγωγή, την ανάπτυξη ή τη διασπορά παθογόνων μικροοργανισμών.
Word Forms
Pluralasepses

Phrases & Collocations

maintain asepsis

διατήρηση ασεψίας

adhere to asepsis

υπακοή στην ασεψία

surgical asepsis

χειρουργική ασεψία

importance of asepsis

σημασία της ασεψίας

Example Sentences

asepsis is crucial in surgical procedures.

Η ασήψεια είναι κρίσιμη στις χειρουργικές διαδικασίες.

maintaining asepsis helps prevent infections.

Η διατήρηση ασηψείας βοηθά στην πρόληψη λοιμώξεων.

the hospital follows strict asepsis protocols.

Ο νοσοκομείο ακολουθεί αυστηρά πρωτόκολλα ασηψείας.

asepsis must be practiced in the lab.

Η ασήψεια πρέπει να εφαρμόζεται στο εργαστήριο.

training staff in asepsis is essential.

Η εκπαίδευση του προσωπικού στην ασήψεια είναι απαραίτητη.

we use asepsis to ensure patient safety.

Χρησιμοποιούμε ασήψεια για να εξασφαλίσουμε την ασφάλεια των ασθενών.

asepsis can significantly reduce post-operative complications.

Η ασήψεια μπορεί να μειώσει σημαντικά τις επιπλοκές μετά την χειρουργική επέμβαση.

understanding asepsis is important for healthcare professionals.

Η κατανόηση της ασηψείας είναι σημαντική για τους επαγγελματίες της υγείας.

proper asepsis techniques are taught in medical schools.

Οι σωστές τεχνικές ασηψείας διδάσκονται στις ιατρικές σχολές.

they emphasized the importance of asepsis in their training.

Επιβεβαίωσαν τη σημασία της ασηψείας στην εκπαίδευσή τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now