aseptic

[ΗΠΑ]/ˌeɪˈseptɪk/
[ΗΒ]/ˌeɪˈseptɪk/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. ελεύθερος από μόλυνση
n. διατηρητικό

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

aseptic technique

αστερική τεχνική

aseptic packaging

αστερική συσκευασία

aseptic processing

αστερική επεξεργασία

aseptic condition

αστερική κατάσταση

Παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο

I remember how it used to upset me, all that dirt, and nothing being aseptic.

Θυμάμαι πώς με ένοιαζε, όλο αυτό το ρύπανση και τίποτα να μην είναι ασεπτικό.

Πηγή: Brave New World

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα