assaulted

[ΗΠΑ]/[əˈsɔːltɪd]/
[ΗΒ]/[əˈsɔːltɪd]/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. (παρελθοῦντας) να επιτεθείς βίαια· να επιτεθείς σωματικά σε κάποιον· να επιτεθείς σε μια οχυρωμένη τοποθεσία· να εξαπολύσεις μια λεκτική ή γραπτή επίθεση.
adj. Υπό βίαιη επίθεση.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

assaulted by dogs

επιθέθηκαν από σκυλιά

assaulted woman

γυναίκα που δέχτηκε επίθεση

repeatedly assaulted

επαναλαμβανόμενες επιθέσεις

verbally assaulted

λήγοντας λεκτικά

assaulted senses

επιθέσεις στις αισθήσεις

he assaulted her

αυτός την επιτέθηκε

assaulting the senses

επιτιθέμενος στις αισθήσεις

being assaulted

υπό επίθεση

they assaulted him

αυτός τους επιτέθηκε

assaulted police

επιτέθηκε στην αστυνομία

Παραδείγματα Προτάσεων

the victim reported being assaulted in a dark alley.

Το θύμα ανέφερε ότι δέχτηκε επίθεση σε ένα σκοτεινό σοκάκι.

police are investigating the alleged assault of the shopkeeper.

Η αστυνομία ερευνά την καταγγελία για επίθεση στον ιδιοκτήτη καταστήματος.

he was verbally assaulted by a group of teenagers.

Δέχτηκε λεκτική επίθεση από μια ομάδα εφήβων.

the defendant was charged with assault and battery.

Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες για επίθεση και απειλή.

she feared she would be assaulted if she walked home alone.

Φοβόταν ότι θα δεχτεί επίθεση αν περπατούσε μόνη σπίτι.

the security guard prevented a potential assault.

Ο φύλακας απέτρεψε μια πιθανή επίθεση.

witnesses described a brutal assault in the parking lot.

Μάρτυρες περιέγραψαν μια άγρια επίθεση στο πάρκινγκ.

the victim suffered severe injuries from the assault.

Το θύμα υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς από την επίθεση.

he admitted to assaulting his girlfriend during an argument.

Εξομοιούθηκε ότι χτύπησε την κοπέλα του κατά τη διάρκεια μιας διαφωνίας.

the hospital treated patients who had been assaulted.

Το νοσοκομείο περιέθαλψε ασθενείς που είχαν δεχτεί επίθεση.

the court heard evidence of a violent assault.

Το δικαστήριο άκουσε αποδείξεις για μια βίαιη επίθεση.

the victim was physically assaulted and robbed.

Το θύμα δέχτηκε σωματική επίθεση και ληστεία.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα