| Plural | assentings |
assenting with enthusiasm
συμφωνία με ενθουσιασμό
assenting silently
συμφωνία σιωπηλά
his assenting nod
το συμφωνούντας γνέψιμό του
assenting voice
συμφωνούντα φωνή
without assenting
χωρίς να συμφωνήσει
she assented reluctantly
αυτή συμφώνησε με δυσκολία
the committee was assenting to the new policy changes.
η επιτροπή συμφωνούσε με τις νέες αλλαγές πολιτικής.
she nodded, assenting to his proposal.
έκπληξε, συμφωνώντας με την πρότασή του.
the board members are assenting to the merger.
τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου συμφωνούν με τη συγχώνευση.
his silence was taken as assenting to the decision.
η σιωπή του ερμηνεύτηκε ως συμφωνία με την απόφαση.
they were assenting to the terms of the agreement.
συμφωνούσαν με τους όρους της συμφωνίας.
assenting to the plan, they began to take action.
συμφωνώντας με το σχέδιο, άρχισαν να ενεργούν.
the audience was assenting with applause.
το κοινό ανταποκρινόταν με χειροκρότημα.
he was assenting to her reasoning during the discussion.
συμφωνούσε με τον συλλογισμό της κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
they are assenting to the changes in the schedule.
συμφωνούν με τις αλλαγές στο πρόγραμμα.
she found herself assenting to ideas she once opposed.
βρέθηκε να συμφωνεί με ιδέες που κάποτε αντιδρούσε.
assenting with enthusiasm
συμφωνία με ενθουσιασμό
assenting silently
συμφωνία σιωπηλά
his assenting nod
το συμφωνούντας γνέψιμό του
assenting voice
συμφωνούντα φωνή
without assenting
χωρίς να συμφωνήσει
she assented reluctantly
αυτή συμφώνησε με δυσκολία
the committee was assenting to the new policy changes.
η επιτροπή συμφωνούσε με τις νέες αλλαγές πολιτικής.
she nodded, assenting to his proposal.
έκπληξε, συμφωνώντας με την πρότασή του.
the board members are assenting to the merger.
τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου συμφωνούν με τη συγχώνευση.
his silence was taken as assenting to the decision.
η σιωπή του ερμηνεύτηκε ως συμφωνία με την απόφαση.
they were assenting to the terms of the agreement.
συμφωνούσαν με τους όρους της συμφωνίας.
assenting to the plan, they began to take action.
συμφωνώντας με το σχέδιο, άρχισαν να ενεργούν.
the audience was assenting with applause.
το κοινό ανταποκρινόταν με χειροκρότημα.
he was assenting to her reasoning during the discussion.
συμφωνούσε με τον συλλογισμό της κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
they are assenting to the changes in the schedule.
συμφωνούν με τις αλλαγές στο πρόγραμμα.
she found herself assenting to ideas she once opposed.
βρέθηκε να συμφωνεί με ιδέες που κάποτε αντιδρούσε.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα