atrocity

[ΗΠΑ]/əˈtrɒsəti/
[ΗΒ]/əˈtrɑːsəti/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. πράξη μεγάλης σκληρότητας ή κακίας· ακραία κακία ή βαρβαρότητα.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

commit an atrocity

διαπράξει μια φρικαλεότητα

atrocity against humanity

φρικαλεότητα κατά της ανθρωπότητας

horrific atrocity

φρικτή φρικαλεότητα

atrocity of war

φρικαλεότητα πολέμου

brutal atrocity

βάρβαρη φρικαλεότητα

Παραδείγματα Προτάσεων

The atrocity caused widespread indignation.

Η φρικαλεότητα προκάλεσε εκτεταμένη αγανάκτηση.

atrocities in cheap red nylon.

φρικαλεότητες σε φθηνό κόκκινο νάιλον.

the worst atrocities the human heart could devise.

οι χειρότερες φρικαλεότητες που θα μπορούσε να επινοήσει η ανθρώπινη καρδιά.

atrocities vaticinated by the antifascists. See also Synonyms at predict

φρικαλεότητες που είχαν προφητευτεί από τους αντιφασίστες. Δείτε επίσης Συνώνυμα στο predict

The militia had called a strike to protest against alleged atrocities by the police against local tribespeople.

Η πολιτοφυλακή είχε καλέσει σε απεργία για να διαμαρτυρηθεί για τις φερόμενες φρικαλεότητες της αστυνομίας εναντίον των ντόπιων φυλετικών ομάδων.

atrocity of the crime

φρικαλεότητα του εγκλήματος

shocked by the atrocity

σοκαρισμένοι από τη φρικαλεότητα

atrocity of the massacre

φρικαλεότητα της σφαγής

victims of the atrocity

θύματα της φρικαλεότητας

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα