attracted

[ΗΠΑ]/əˈtræk.tɪd/
[ΗΒ]/əˈtræk.tɪd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. Να τραβήξετε ή να έχετε την προσοχή κάποιου ή κάτι.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

attracted attention

έλκυσε την προσοχή

attracted to something

έλκυσε κάτι

be attracted by

γινόμαστε ελκυστικοί από

attracted to someone

έλκυσε κάποιον

attracted the crowd

έλκυσε το πλήθος

being attracted to

γινόμαστε ελκυστικοί σε

highly attracted

πολύ ελκυστικός

strongly attracted to

ισχυρά ελκυστικός σε

Παραδείγματα Προτάσεων

she was attracted to the bright colors of the painting.

αυτή ένοιωσε έλξη στα έντονα χρώματα του πίνακα.

the job offer attracted many qualified candidates.

η προσφορά εργασίας έλκυσε πολλούς ικανούς υποψηφίους.

he was attracted by her intelligence and charm.

αυτός ένοιωσε έλξη από την ευφυΐα και το γούστο της.

many tourists are attracted to the historical sites.

πολλοί τουρίστες έλκονται από τους ιστορικούς χώρους.

the new restaurant attracted a lot of attention.

το νέο εστιατόριο τράβηξε πολλή προσοχή.

she felt attracted to the idea of traveling abroad.

ένιωσε έλξη από την ιδέα του να ταξιδέψει στο εξωτερικό.

his charisma attracted people wherever he went.

το χάρισμα του έλκυε ανθρώπους όπου κι αν πήγαινε.

the festival attracted visitors from all over the country.

το φεστιβάλ έλκυσε επισκέπτες από όλη τη χώρα.

she was attracted to the idea of volunteering.

αυτή ένοιωσε έλξη από την ιδέα της εθελοντικής εργασίας.

the bright lights of the city attracted him.

τα έντονα φώτα της πόλης τον έλκυσαν.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα