averting

[ΗΠΑ]/əˈvɜːtɪŋ/
[ΗΒ]/əˈvɝːtɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. Αποτρέποντας ή αποφεύγοντας κάτι ανεπιθύμητο να συμβεί. Αποστρέφοντας κάτι, ειδικά μια απειλή ή κίνδυνο.
Word Forms
Pluralavertings

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

averting disaster

αποφυγή καταστροφής

averting a crisis

αποφυγή κρίσης

averting conflict

αποφυγή σύγκρουσης

averting danger

αποφυγή κινδύνου

averting suspicion

αποφυγή υποψίας

averting a mistake

αποφυγή λάθους

averting negative consequences

αποφυγή αρνητικών συνεπειών

actively averting harm

ενεργός αποφυγή βλάβης

Παραδείγματα Προτάσεων

he was successful in averting a crisis.

Ήταν επιτυχημένος στην αποφυγή μιας κρίσης.

the government is focused on averting economic collapse.

Η κυβέρνηση επικεντρώνεται στην αποφυγή της οικονομικής κατάρρευσης.

she took measures for averting potential disasters.

Έλαβε μέτρα για την αποφυγή πιθανών καταστροφών.

averting conflict is essential for peace.

Η αποφυγή συγκρούσεων είναι απαραίτητη για την ειρήνη.

they are working on averting environmental damage.

Εργάζονται για την αποφυγή περιβαλλοντικής ζημιάς.

he suggested strategies for averting future mistakes.

Πρότεινε στρατηγικές για την αποφυγή μελλοντικών λαθών.

averting accidents requires careful planning.

Η αποφυγή ατυχημάτων απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό.

she is dedicated to averting health risks.

Είναι αφοσιωμένη στην αποφυγή κινδύνων για την υγεία.

averting misunderstandings is key to effective communication.

Η αποφυγή παρεξηγήσεων είναι το κλειδί για την αποτελεσματική επικοινωνία.

they implemented policies aimed at averting crime.

Εφάρμοσαν πολιτικές που αποσκοπούσαν στην αποφυγή του εγκλήματος.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα