bakehouse

[ΗΠΑ]/beɪkˌhaʊs/
[ΗΒ]/beykhɑːʊs/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ένας τόπος όπου παγιδεύεται και πωλείται ψωμί; μια παγιδευτική επιχείρηση.
Word Forms

Παραδείγματα Προτάσεων

the bakehouse offers a variety of fresh breads and pastries.

Η παγωτείο προσφέρει μια ποικιλία νέων ψωμιών και παστρινών.

every morning, the bakehouse fills the air with the smell of baking bread.

Κάθε πρωί, το παγωτείο γεμίζει τον αέρα με το μυρωδικό του ψωμιού.

we visited the local bakehouse to buy some cookies.

Επισκεφτήκαμε το τοπικό παγωτείο για να αγοράσουμε μερικά παγωτά.

the bakehouse is known for its delicious sourdough loaves.

Το παγωτείο είναι γνωστό για τα ψωμιά του με ζυμαρικό.

she works at the bakehouse every saturday.

Εργάζεται στο παγωτείο κάθε σάββατο.

the bakehouse has a cozy atmosphere for customers.

Το παγωτείο έχει ένα ζεστό περιβάλλον για τους πελεκιαστές.

they offer baking classes at the bakehouse on weekends.

Προσφέρουν μαθήματα παγωτοποιίας στο παγωτείο το τέλος της εβδομάδας.

he dreams of opening his own bakehouse one day.

Σκέφτεται να ανοίξει το δικό του παγωτείο μια μέρα.

the bakehouse is located on the corner of main street.

Το παγωτείο βρίσκεται στη γωνία της κεντρικής οδού.

her favorite treat from the bakehouse is the chocolate croissant.

Το αγαπημένο της παγωτό από το παγωτείο είναι το χοκολατάκι.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα