balances

[ΗΠΑ]/ˈbælənsɪz/
[ΗΒ]/ˈbælənsiz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. πράγματα που είναι ίσα ή σε αρμονία· μια κατάσταση ισορροπίας· πράγματα που διατηρούν κάτι σταθερό ή ίσο· η κατάσταση να είναι επίπεδο και σταθερό.
v. να κάνεις κάτι ομοιόμορφο ή ισορροπημένο· να ζυγίζεις κάτι προσεκτικά.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

balances the budget

ισορροπεί τον προϋπολογισμό

finds a balance

βρίσκει μια ισορροπία

the scales balance

οι ζυγαριές ισορροπούν

Παραδείγματα Προτάσεων

she balances her work and personal life effectively.

αυτή ισορροπεί αποτελεσματικά την εργασία και την προσωπική της ζωή.

he balances the budget every month.

αυτός εξισορροπεί τον προϋπολογισμό κάθε μήνα.

the gymnast balances on the beam with ease.

η γυμναστής ισορροπεί με ευκολία στην δοκό.

finding a balance between study and leisure is important.

η εύρεση μιας ισορροπίας μεταξύ μελέτης και αναψυχής είναι σημαντική.

she balances her time between family and friends.

αυτή εξισορροπεί τον χρόνο της μεταξύ οικογένειας και φίλων.

the artist balances colors beautifully in her painting.

η καλλιτέχνης εξισορροπεί τα χρώματα πανέμορφα στον πίνακα της.

he balances his diet with exercise.

αυτός εξισορροπεί τη διατροφή του με την άσκηση.

the teacher balances discipline with encouragement.

η δασκάλα εξισορροπεί την πειθαρχία με την ενθάρρυνση.

she balances her emotions during stressful situations.

αυτή εξισορροπεί τα συναισθήματά της σε στρεσογόνες καταστάσεις.

the company balances profit with social responsibility.

η εταιρεία εξισορροπεί το κέρδος με την κοινωνική ευθύνη.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα