bankrupts

[US]/bæŋˈkrʌptz/
[UK]/bangˈkrʌpts/
Frequency: Very High

Translation

v. προκαλεί την πτώχευση κάποιου ή κάτιν; αποσπά πλήρως; μειώνει σε πολύ περιορισμένη φτώχεια

Phrases & Collocations

bankrupts the company

παραγγέλλει την επιχείρηση

file for bankruptcy

υποβάλλω αίτηση για πτώχευση

facing bankruptcy

αντιμετωπίζοντας πτώχευση

avoid bankruptcy

αποφυγή πτώχευσης

causes of bankruptcies

αιτίες των πτωχεύσεων

the bankruptcy code

το κανονισμός για την πτώχευση

Example Sentences

the company went bankrupt last year.

η εταιρεία παρέδωσε τον εαυτό της σε πτώχευση πέρυσι.

many businesses bankrupt during the pandemic.

πολλές επιχειρήσεις πτωχεύθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

he declared himself bankrupt after the investment failed.

αυτός δήλωσε ότι είναι πτωχός μετά την αποτυχία της επένδυσης.

the sudden drop in sales bankrupted the store.

η απότομη μείωση των πωλήσεων πτωχεύθηκε το κατάστημα.

she was worried that her debts would bankrupt her.

ήταν ανησυχημένη ότι οι χρέοι της θα την πτωχεύσουν.

bankruptcies increased significantly during the recession.

η αύξηση των πτωχεύσεων ήταν σημαντική κατά την ύφεση.

he felt ashamed after declaring bankruptcy.

αισθάνθηκε ντροπιασμένος μετά τη δήλωση πτωχεύσεως.

the restaurant went bankrupt due to poor management.

το εστιατόριο πτωχεύθηκε λόγω κακής διοίκησης.

they struggled to recover after going bankrupt.

προσπάθησαν να ανακάμψουν μετά από την πτωχεύση τους.

filing for bankruptcy can provide a fresh start.

η υποβολή αίτησης για πτωχεύση μπορεί να προσφέρει μια νέα αρχή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now