barbecued

[ΗΠΑ]/bɑːrˈbiːkjuːd/
[ΗΒ]/barˈbɪkyʊd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. που περιέχει τραγανισμένο τρόφιμο
v. να μαγειρέψει τρόφιμο πάνω από ένα ανοιχτό προσκινητή ή γριλ, συνήθως έξω από το σπίτι

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

barbecued chicken

κοτόπουλο στο γκριλ

barbecued ribs

ράμνες στο γκριλ

barbecued steak

φιλέτο στο γκριλ

barbecued vegetables

λαχανικά στο γκριλ

barbecued salmon

σαλμόνα στο γκριλ

a barbecued feast

ένα γαμήβρυο στο γκριλ

having a barbecue

να κάνεις γκριλ

barbecued to perfection

τέλεια στο γκριλ

Παραδείγματα Προτάσεων

we enjoyed a barbecued feast with friends.

Απόλαυσαμε μια μεγάλη γεύση με σουβλάκια με φίλους.

she loves barbecued chicken with a spicy sauce.

Αγαπάει το σουβλάκι πουλερικού με ξινό σούσι.

they served barbecued ribs at the party.

Σερβίρισαν σουβλάκια ράμνων στη γιορτή.

barbecued vegetables are a healthy option.

Τα σουβλακια λαχανικών είναι μια υγιεινή επιλογή.

barbecued seafood is popular in coastal areas.

Τα σουβλακια ψαριού είναι δημοφιλή στις παραλιακές περιοχές.

we gathered around the barbecued food and shared stories.

Συγκεντρωθήκαμε γύρω από τα σουβλακια τροφής και μοιραστήκαμε περιπέτειες.

barbecued corn on the cob is a summer favorite.

Το σουβλάκι μακαρονισιού είναι ένα αγαπημένο του καλοκαιριού.

they have a barbecued meat contest every year.

Έχουν έναν διαγωνισμό σουβλακια κρέατος κάθε χρόνο.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα